αλευρόγαλη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλευρόγαλη αλευρόγαλες
γενική αλευρόγαλης αλευρογαλών
αιτιατική αλευρόγαλη αλευρόγαλες
κλητική αλευρόγαλη αλευρόγαλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλευρόγαλη < αλεύρι + γάλα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλευρόγαλη θηλυκό

  1. (ιδιωματικό), (γαστρονομία): ζεστό ρόφημα με γάλα και αλεύρι (στη ναξιακή και ευρύτερη νησιωτική διάλεκτο)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]