αλευρόμετρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλευρόμετρο αλευρόμετρα
γενική αλευρομέτρου αλευρομέτρων
αιτιατική αλευρόμετρο αλευρόμετρα
κλητική αλευρόμετρο αλευρόμετρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλευρόμετρο < αλεύρι + μέτρο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλευρόμετρο ουδέτερο

  1. όργανο που χρησιμοποιείται στον προσδιορισμό της αρτοποιητικής ικανότητας αλεύρων με σχετική δειγματοληψία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]