αλευρόφυτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλευρόφυτο αλευρόφυτα
γενική αλευροφύτου αλευροφύτων
αιτιατική αλευρόφυτο αλευρόφυτα
κλητική αλευρόφυτο αλευρόφυτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλευρόφυτο < αλεύρι + φυτό

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλευρόφυτο ουδέτερο

  1. (βοτανική) γενική ονομασία οποιουδήποτε φυτού της τάξης των Αλευρωδών
    στα αλευρόφυτα υπάγεται και ο ανανάς.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]