αληθοφάνεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αληθοφάνεια
γενική αληθοφάνειας
αιτιατική αληθοφάνεια
κλητική αληθοφάνεια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αληθοφάνεια < (η λέξη μαρτυρείται από το 1853) ἀληθοφάνεια < ἀληθής και φαίνομαι < μεταφραστικό δάνειο από την λατινική verisimilitudo

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αληθοφάνεια θηλυκό

  1. η ιδιότητα μιας ενέργειας ή του αποτελέσματός της να φαίνεται ως αληθινή ή πειστική χωρίς να είναι
    η αληθοφάνεια της απολογίας, του άλλοθι, των κυβερνητικών δηλώσεων κ.λπ.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]