αλητεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀλητεύω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλητεύω < αρχαία ελληνική ἀλητεύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αλητεύω

  1. γυρίζω έξω στους δρόμους χωρίς συγκεκριμένο ή φανερό σκοπό
    Ο γάτος μας πάλι το 'σκασε από το σπίτι. Ποιος τον ξέρει πού θα αλητεύει τώρα;
  2. αποκτώ τα χαρακτηριστικά του αλήτη
    αυτό το παιδί όσο πάει κι αλητεύει

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]