Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλητόπαιδο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αλητόπαιδο τα αλητόπαιδα
      γενική του αλητόπαιδου των αλητόπαιδων
    αιτιατική το αλητόπαιδο τα αλητόπαιδα
     κλητική αλητόπαιδο αλητόπαιδα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλητόπαιδο < αλήτ(ης) + -ο- + -παιδο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αλητόπαιδο ουδέτερο

  1. το παιδί με συμπεριφορά αλήτη, το αλητάκι
  2. ο νεαρός που φέρεται αλήτικα και που βρίσκεται στη μετεφηβική ηλικία

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]