αλισβερίσι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλισβερίσι αλισβερίσια
γενική αλισβερισιού αλισβερισιών
αιτιατική αλισβερίσι αλισβερίσια
κλητική αλισβερίσι αλισβερίσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλισβερίσι < τουρκική alιşveriş + -ι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.lis.vɛ.ˈɾi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλισβερίσι ουδέτερο , ή αλισφερίσι

  1. η δοσοληψία, η αγοραπωλησία
  2. η εμπορική συναλλαγή
    Εν μέσω Τουρκοκρατίας ορισμένα ορεινά χωρία της Θεσσαλίας είχαν αλισβερίσια με τη Βιέννη. Την πραγμάτιά τους -διαφόρων ειδών νήματα και υφάσματα- την μετέφεραν με καραβάνια εκεί. Το αλισβερίσι αυτό σταμάτησε με τον ερχομό της βιομηχανικής επανάνστασης.
  3. σχέση
    Να μου λείπουν τα αλισβερίσια με τέτοια υποκείμενα!

Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα:[επεξεργασία]

νταραβέρι, πάρε-δώσε

Παροιμία[επεξεργασία]

  • «με τους δικούς σου φάε πιες και αλισβερίσι μη κάνεις»

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]