αλκάλιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλκάλιο αλκάλια
γενική αλκαλίου αλκαλίων
αιτιατική αλκάλιο αλκάλια
κλητική αλκάλιο αλκάλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλκάλιο < αραβική القلي (al-qaly, "τέφρα φυτού")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλκάλιο ουδέτερο

  1. (χημεία) καθένα από τα στοιχεία λίθιο (Li), νάτριο (Na), κάλιο (K), ρουβίδιο (Rb), καίσιο (Cs) και φράγκιο (Fr) που ανήκουν στην πρώτη ομάδα του περιοδικού πίνακα
  2. χημική διαλυτή βάση, ή ένα διάλυμα βάσης.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]