Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλκυόνη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Αλκυόνη, Ἀλκυόνη

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλκυόνη οι αλκυόνες
      γενική της αλκυόνης των αλκυονών
    αιτιατική την αλκυόνη τις αλκυόνες
     κλητική αλκυόνη αλκυόνες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλκυόνη < αλκυόν(α) + κατά τα θηλυκά σε ή κατά το αρχαίο όνομα Ἀλκυόνη

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /al.ciˈo.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αλκυόνη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αλκυόνη θηλυκό

  1. (πτηνό) σπανιότερη μορφή του αλκυόνα
  2. για το όνομα δείτε Αλκυόνη

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • αλκυόνη - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)