αλλαντικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλλαντικό αλλαντικά
γενική αλλαντικού αλλαντικών
αιτιατική αλλαντικό αλλαντικά
κλητική αλλαντικό αλλαντικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλλαντικό ουδέτερο του επιθέτου αλλαντικός ως ουσ. < άλλαντα + -ικό < αρχαία ελληνική ἀλλᾶς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλλαντικό ουδέτερο

  1. φαγώσιμο από κρέας ψιλοκομμένο και καρυκεύματα σε διάφορες μορφές (μέσα σε κύστη ή έντερο)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]