αλλεργικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αλλεργικός < αλλεργία
Επίθετο
[επεξεργασία]αλλεργικός
- που αναφέρεται στην αλλεργία, κάθε κατάσταση που έχει ως χαρακτηριστικό την έντονη αντίδραση του οργανισμού απέναντι σε μια έξωθεν εισερχόμενη ουσία
- ※ Υπάρχει μια φράση του Θουκυδίδη - κόκκινο πανί για τους απανταχού βολεψιματίες της ήσσονος προσπάθειας, τους πολέμιους της εντατικοποίησης και τους αλλεργικούς στην αριστείας. (Γιώργος Ι. Κωστούλας, Η Μεσαία Τάξη: Μεταξύ των άλλων και μια αυτοδίδακτη παιδαγωγός, 15/9/2025 )
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αλλεργικός αρσενικό
- αυτός που πάσχει από αλλεργία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αλλεργικός