αλληλέγγυο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλληλέγγυο αλληλέγγυα
γενική αλληλέγγυου αλληλέγγυων
αιτιατική αλληλέγγυο αλληλέγγυα
κλητική αλληλέγγυο αλληλέγγυα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλληλέγγυο < μεσαιωνική ελληνική ἀλληλέγγυον < ελληνιστική κοινή ἀλληλέγγυος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλληλέγγυο ουδέτερο

  • (οικονομία) (ιστορία) βυζαντινός νόμος (10ος αι.) που όριζε ότι οι πλούσιοι ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν το φόρο των φτωχών γειτόνων τους, όσων δεν ήταν σε θέση να αντεπεξέλθουν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις, προστατεύοντάς τους από τις αυθαιρεσίες των Δυνατών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]