Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλληλοδιαψεύδονται

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλληλοδιαψεύδονται < αλληλο- + διαψεύδω

αλληλοδιαψεύδονται

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]