Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλληλοεκτίμηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλληλοεκτίμηση οι αλληλοεκτιμήσεις
      γενική της αλληλοεκτίμησης* των αλληλοεκτιμήσεων
    αιτιατική την αλληλοεκτίμηση τις αλληλοεκτιμήσεις
     κλητική αλληλοεκτίμηση αλληλοεκτιμήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αλληλοεκτιμήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλληλοεκτίμηση < αλληλο- + εκτίμηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αλληλοεκτίμηση θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]