αλληλοεξυπηρέτηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αλληλοεξυπηρέτηση | οι | αλληλοεξυπηρετήσεις |
| γενική | της | αλληλοεξυπηρέτησης* | των | αλληλοεξυπηρετήσεων |
| αιτιατική | την | αλληλοεξυπηρέτηση | τις | αλληλοεξυπηρετήσεις |
| κλητική | αλληλοεξυπηρέτηση | αλληλοεξυπηρετήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αλληλοεξυπηρετήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αλληλοεξυπηρέτηση < αλληλο- + εξυπηρέτηση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αλληλοεξυπηρέτηση θηλυκό
- (λόγιο) το να εξυπηρετεί αμοιβαία ο ένας τον άλλον
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]- ἀλληλοεξυπηρέτηση (πολυτονικό σύστημα, πριν από την ορθογραφική μεταρρύθμιση του 1982)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αλληλοεξυπηρέτηση
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αλληλοεξυπηρέτηση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)