Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλληλοεξυπηρέτηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλληλοεξυπηρέτηση οι αλληλοεξυπηρετήσεις
      γενική της αλληλοεξυπηρέτησης* των αλληλοεξυπηρετήσεων
    αιτιατική την αλληλοεξυπηρέτηση τις αλληλοεξυπηρετήσεις
     κλητική αλληλοεξυπηρέτηση αλληλοεξυπηρετήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αλληλοεξυπηρετήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλληλοεξυπηρέτηση < αλληλο- + εξυπηρέτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αλληλοεξυπηρέτηση θηλυκό

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]