αλληλοεπηρεάζονται
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αλληλοεπηρεάζονται < αλληλο- + επηρεάζομαι
Ρήμα
[επεξεργασία]αλληλοεπηρεάζονται
- (τριτοπρόσωπο) για κάποιους που επηρεάζει αμοιβαία ο ένας τον άλλον
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αλληλοεπηρεάζονται
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αλληλοεπηρεάζονται - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- αλληλοεπηρεάζονται - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας