Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλληλοκαλύπτονται

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλληλοκαλύπτονται < αλληλο- + καλύπτομαι

αλληλοκαλύπτονται (τριτοπρόσωπο)

  1. για αντικείμενα ή φαινόμενα που καλύπτουν το ένα το άλλο στον χώρο ή στον ήχο, προκαλώντας επικάλυψη ή σύγχυση
  2. (μεταφορικά) για πρόσωπα που παρέχουν ο ένας στον άλλο κάλυψη ή προστασία, υλική ή ηθική, συχνά αποκρύπτοντας παραβατικές πράξεις
  3. (μεταφορικά) για έννοιες ή σημασίες που συμπίπτουν μερικώς ή πλήρως, δείχνοντας θεματική ή εννοιολογική συνάφεια

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]