αλληλοκαλύπτονται
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αλληλοκαλύπτονται < αλληλο- + καλύπτομαι
Ρήμα
[επεξεργασία]αλληλοκαλύπτονται (τριτοπρόσωπο)
- για αντικείμενα ή φαινόμενα που καλύπτουν το ένα το άλλο στον χώρο ή στον ήχο, προκαλώντας επικάλυψη ή σύγχυση
- (μεταφορικά) για πρόσωπα που παρέχουν ο ένας στον άλλο κάλυψη ή προστασία, υλική ή ηθική, συχνά αποκρύπτοντας παραβατικές πράξεις
- (μεταφορικά) για έννοιες ή σημασίες που συμπίπτουν μερικώς ή πλήρως, δείχνοντας θεματική ή εννοιολογική συνάφεια
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] για πρόσωπα που παρέχουν ο ένας στον άλλο κάλυψη
Πηγές
[επεξεργασία]- αλληλοκαλύπτονται - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)