Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλληλοσεβασμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αλληλοσεβασμός οι αλληλοσεβασμοί
      γενική του αλληλοσεβασμού των αλληλοσεβασμών
    αιτιατική τον αλληλοσεβασμό τους αλληλοσεβασμούς
     κλητική αλληλοσεβασμέ αλληλοσεβασμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλληλοσεβασμός < αλληλο- + σεβασμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αλληλοσεβασμός αρσενικό

  • ο αμοιβαίος σεβασμός μεταξύ ανθρώπων, η εκτίμηση που έχει ο καθένας για τον άλλον
      Οι συνεργασίες γίνονται με κανόνες, αλληλεκτίμηση και αλληλοσεβασμό. (Η Δημοτική Αρχή για την σύσκεψη που συγκάλεσε ο Αντιπεριφερειάρχης Φωκίων Ζαΐμης, για το Καρναβάλι της Πάτρας, Δήμος Πατρέων, 16/02/2024 )

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]