αλληλοσεβασμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αλληλοσεβασμός αρσενικό
- ο αμοιβαίος σεβασμός μεταξύ ανθρώπων, η εκτίμηση που έχει ο καθένας για τον άλλον
- ※ Οι συνεργασίες γίνονται με κανόνες, αλληλεκτίμηση και αλληλοσεβασμό. (Η Δημοτική Αρχή για την σύσκεψη που συγκάλεσε ο Αντιπεριφερειάρχης Φωκίων Ζαΐμης, για το Καρναβάλι της Πάτρας, Δήμος Πατρέων, 16/02/2024 )