Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλληλοσπαράσσομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλληλοσπαράσσομαι < αλληλο- + σπαράσσομαι (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική s’entredévorer)

αλληλοσπαράσσομαι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]