αλληλοσυγκρουόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αλληλοσυγκρουόμενος αλληλοσυγκρουόμενη αλληλοσυγκρουόμενο
γενική αλληλοσυγκρουόμενου αλληλοσυγκρουόμενης αλληλοσυγκρουόμενου
αιτιατική αλληλοσυγκρουόμενο αλληλοσυγκρουόμενη αλληλοσυγκρουόμενο
κλητική αλληλοσυγκρουόμενε αλληλοσυγκρουόμενη αλληλοσυγκρουόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλληλοσυγκρουόμενοι αλληλοσυγκρουόμενες αλληλοσυγκρουόμενα
γενική αλληλοσυγκρουόμενων αλληλοσυγκρουόμενων αλληλοσυγκρουόμενων
αιτιατική αλληλοσυγκρουόμενους αλληλοσυγκρουόμενες αλληλοσυγκρουόμενα
κλητική αλληλοσυγκρουόμενοι αλληλοσυγκρουόμενες αλληλοσυγκρουόμενα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλληλοσυγκρουόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αλληλοσυγκρούομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αλληλοσυγκρουόμενος, -η, -ο

  • Δεν βγάζουμε άκρη πώς έγινε το τροχαίο με αυτές τις αλληλοσυγκρουόμενες μαρτυρικές καταθέσεις


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]