Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλληλοτομή

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αλληλοτομία

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλληλοτομή οι αλληλοτομές
      γενική της αλληλοτομής των αλληλοτομών
    αιτιατική την αλληλοτομή τις αλληλοτομές
     κλητική αλληλοτομή αλληλοτομές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλληλοτομή < αλληλο- + -τομή ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική intersection)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αλληλοτομή θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]