Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλληλοτραυματίζομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλληλοτραυματίζομαι < αλληλο- + τραυματίζομαι

αλληλοτραυματίζομαι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]