Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλληλοτρώγομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αλληλοτρώγομαι τα αλληλοτρωγομάιτα
      γενική του αλληλοτρωγομάιτος των αλληλοτρωγομαίτων
    αιτιατική το αλληλοτρώγομαι τα αλληλοτρωγομάιτα
     κλητική αλληλοτρώγομαι αλληλοτρωγομάιτα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλληλοτρώγομαι < αλληλο- + φάγωμα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική s’entremanger)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αλληλοτρώγομαι θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά, σπάνιο) για κάποιους που τρώει ο ένας τον άλλον
  2. (μεταφορικά) για κάποιους που μεταξύ τους υπάρχει αντιπαράθεση και διαμάχη

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]