αλλοιώνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλλοιώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος αλλοιώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

αλλοιώνομαι

  1. μεταβάλλεται η ουσία μου
  2. σαπίζω

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]