αλλόφωνο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλλόφωνο αλλόφωνα
γενική αλλοφώνου
& αλλόφωνου
αλλοφώνων
& αλλόφωνων
αιτιατική αλλόφωνο αλλόφωνα
κλητική αλλόφωνο αλλόφωνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλλόφωνο < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλλόφωνο ουδέτερο

  • φθόγγος που ανήκει σε σύνολο φθόγγων οι οποίοι θεωρούνται από τους φυσικούς ομιλητές μιας γλώσσας να είναι μορφές του ίδιου ήχου, και που πάντα εμφανίζεται σε διαφορετικό φωνολογικό περιβάλλον από τους άλλους ήχους του συνόλου
στα νέα ελληνικά, οι φθόγγοι [k] και [c] είναι αλλόφωνα του φωνήματος /k/, με το [k] να φαίνεται πριν από /a/, /ɔ/, /u/ και το [c] πριν από /ɛ/, /i/

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]