αλματώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αλματώδης αλματώδης αλματώδες
γενική αλματώδους αλματώδους αλματώδους
αιτιατική αλματώδη αλματώδη αλματώδες
κλητική αλματώδη(ς) αλματώδης αλματώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλματώδεις αλματώδεις αλματώδη
γενική αλματωδών αλματωδών αλματωδών
αιτιατική αλματώδεις αλματώδεις αλματώδη
κλητική αλματώδεις αλματώδεις αλματώδη

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλματώδης < (η λέξη μαρτυρείται από το 1896) άλμα + -ώδης

Επίθετο[επεξεργασία]

αλματώδης, -ης, -ες

  1. που προχωράει ή εξελίσσεται με άλματα, με αλλαγές που είναι απότομες και γρήγορες
    ※  Η αλματώδης πορεία της χρυσής Κ. Στεφανίδη στο βάθρο[1]
    ※  Μετά το 2002 σημειώθηκε αλματώδης αύξηση της αξίας εισαγωγών μελιού παγκοσμίως της τάξεως του 54% ετησίως[2]
    ※  ...έτσι που η κουλτούρα με την υποκουλτούρα να αποτελέσουν ένα ενιαίο πεδίο δόξης λαμπρό – παρακολουθώντας τις αλματώδεις μεταλλάξεις της κοινωνίας ...[3]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Παρτσακουκάλκη, Ηρώ (2016.08.20.), Η αλματώδης πορεία της χρυσής Κ. Στεφανίδη στο βάθρο  athensvoice
  2. Η αλματώδης αύξηση των εισαγωγών μελιού παγκοσμίως – Τα ποσοστά εισαγωγών ανά χώρα, Ελληνική Γεωργία, 05/07/2016, http://www.ellinikigeorgia.gr/almatodis-auxisi-eisagogon-meliou-pagkosmios-pososta-ana-xora/ 
  3. ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ (9.11.2016), μεταλλάξεις, ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ, http://www.topontiki.gr/article/192497/otan-o-gkagkarin-pros-geionetai-sti-liosion