αλμπάνης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλμπάνης αλμπάνηδες
γενική αλμπάνη αλμπάνηδων
αιτιατική αλμπάνη αλμπάνηδες
κλητική αλμπάνη αλμπάνηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλμπάνης < τουρκική nalbant (πεταλωτής) < περσική نعلبند (nalband) < αραβική نعل (naʕl) "πέταλο" + περσική بند (band) "κατασκευαστής"

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /al.ˈba.nis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλμπάνης αρσενικό

  1. (παρωχημένο) ο άπειρος και αδέξιος, αυτός που δεν μπορείς να τον εμπιστευτείς ως επαγγελματία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ατζαμής, καλαμπόρτζος, κομπογιαννίτης, σκιτζής, τσαρλατάνος
  2. (παρωχημένο) (λαϊκότροπο) πεταλωτής και πρακτικός κτηνίατρος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]