αλογοουρά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλογοουρά αλογοουρές
γενική αλογοουράς αλογοουρών
αιτιατική αλογοουρά αλογοουρές
κλητική αλογοουρά αλογοουρές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλογοουρά < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλογοουρά θηλυκό

γυναίκα με αλογοουρά
  1. η ουρά του αλόγου
  2. είδος χτενίσματος όπου τα μαλλιά δένονται με ένα λαστιχάκι και κρέμονται σαν "ουρά" αλόγου στο πίσω μέρος του κεφαλιού

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]