αλογοπάζαρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλογοπάζαρο αλογοπάζαρα
γενική αλογοπάζαρου αλογοπάζαρων
αιτιατική αλογοπάζαρο αλογοπάζαρα
κλητική αλογοπάζαρο αλογοπάζαρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλογοπάζαρο < άλογο + -ο- + παζάρι + -ο ( < μεσαιωνική ελληνική παζάριν< τουρκική pazar < περσική بازار (bâzâr) < παλαιοπερσικά wʾčʾl: wāzār, αγορά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλογοπάζαρο ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]