αλοιφή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλοιφή αλοιφές
γενική αλοιφής αλοιφών
αιτιατική αλοιφή αλοιφές
κλητική αλοιφή αλοιφές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλοιφή < αρχαία ελληνική ἀλοιφή < ἀλείφω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.li.ˈfi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλοιφή θηλυκό

  1. παχύρρευστη ουσία που απλώνεται σε μια επιφάνεια (συχνά για θεραπευτικούς ή καλλυντικούς σκοπούς)
  2. οτιδήποτε μοιάζει με αλοιφή (1)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]