αλοιφή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλοιφή αλοιφές
γενική αλοιφής αλοιφών
αιτιατική αλοιφή αλοιφές
κλητική αλοιφή αλοιφές

χρηση[επεξεργασία]

επί ξηρου δερματος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλοιφή < αρχαία ελληνική ἀλοιφή < ἀλείφω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.li.ˈfi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλοιφή θηλυκό

  1. παχύρρευστη ουσία που απλώνεται σε μια επιφάνεια (συχνά για θεραπευτικούς ή καλλυντικούς σκοπούς)
  2. οτιδήποτε μοιάζει με αλοιφή (1)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

αντιθετα[επεξεργασία]

τιθεται επί υγρού εδάφους (όπως εγκαυμα κλπ)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]