αλοπήγιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλοπήγιο αλοπήγια
γενική αλοπήγιου αλοπήγιων
αιτιατική αλοπήγιο αλοπήγια
κλητική αλοπήγιο αλοπήγια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλοπήγιο < άλας + -ο- + -πήγιο (< αρχαία ελληνική πήγνυμι) (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική saltpan)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλοπήγιο ουδέτερο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]