αλουμινόχαρτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
δύο ρολά από αλουμινόχαρτο
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αλουμινόχαρτο τα αλουμινόχαρτα
      γενική του αλουμινόχαρτου των αλουμινόχαρτων
    αιτιατική το αλουμινόχαρτο τα αλουμινόχαρτα
     κλητική αλουμινόχαρτο αλουμινόχαρτα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλουμινόχαρτο < αλουμίνιο + -ο- + χαρτί + -ο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αλουμινόχαρτο ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]