Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλυσίδα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἁλυσίδα, Αλυσίδα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλυσίδα οι αλυσίδες
      γενική της αλυσίδας των αλυσίδων
    αιτιατική την αλυσίδα τις αλυσίδες
     κλητική αλυσίδα αλυσίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλυσίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἁλυσίδα < ελληνιστική κοινή ἁλυσδίδιον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική ἁλύσιον, υποκοριστικό για το ἅλυσις [1] [2][3][4] Συγκρίνετε με το άλυσος.
Μέρος μιας σιδερένιας αλυσίδας.
Αλυσίδα, κόσμημα για το λαιμό.
Αλυσίδα ποδηλάτου.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.liˈsi.ða/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αλυσίδα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αλυσίδα θηλυκό

  1. (και για κόσμημα) σειρά μεταλλικών κρίκων συνδεδεμένων μεταξύ τους
      Ένα βαρίδι από μαντέμι, περίτεχνα σκαλισμένο και εξαρτημένο από αλυσίδες που κινούνται σε τροχαλίες ροζέτας κοντά στο ταβάνι , δίνει τη δυνατότητα στη λάμπα να ανέρχεται και να κατέρχεται στον χώρο (Μαρία Κατσικά-Πισιμίση, Λαγκάδια Αρκαδίας, 19ος αιώνας και αρχές 20ου: κείμενα από ένα Λαγκαδινό σπίτι, 2001)
    παράδειγμα  Φορούσε λεπτές χρυσές αλυσίδες καρτιέ στο λαιμό.
  2. (μεταφορικά) σειρά
    1. σύνολο καταστημάτων με το ίδιο όνομα τα οποία η ίδια εταιρία διαχειρίζεται
      παράδειγμα  Δε συχνάζω στις μεγάλες αλυσίδες, προτιμάω τα μικρά γειτονικά μαγαζιά.
    2. σειρά πραγμάτων που συνδέονται ή εξαρτώνται το ένα από το άλλο
      παράδειγμα  τροφική αλυσίδα, αλυσίδα γεγονότων

Υποκοριστικά

[επεξεργασία]

Μεγεθυντικά

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

θέμα με αλυσιδ-

θέμα με αλυσο-

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. αλυσίδα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. αλυσίδα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  4. αλυσίδα -  Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας