αλυσίδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Αλυσίδα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

μέρος μιας σιδερένιας αλυσίδας (1)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλυσίδα αλυσίδες
γενική αλυσίδας αλυσίδων
αιτιατική αλυσίδα αλυσίδες
κλητική αλυσίδα αλυσίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλυσίδα < αρχαία ελληνική ἅλυσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλυσίδα θηλυκό

  1. σειρά μεταλλικών κρίκων συνδεδεμένων μεταξύ τους
    φορούσε λεπτές χρυσές αλυσίδες στο λαιμό
  2. σύνολο καταστημάτων με το ίδιο όνομα τα οποία η ίδια εταιρία διαχειρίζεται
    δεν συχνάζω τις μεγάλες αλυσίδες, προτιμώ τα μικρά γειτονικά μαγαζιά
  3. σειρά πραγμάτων που συνδέονται ή εξαρτώνται το ένα από το άλλο
    τροφική αλυσίδα, αλυσίδα γεγονότων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Υποκοριστικά[επεξεργασία]

μεγεθυντικό[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]