αλυσιδωτά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλυσιδωτά < αλυσιδωτός

Επίρρημα[επεξεργασία]

αλυσιδωτά

  1. συνεχώς
  2. διαδοχικά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αλυσιδωτά