αλυσοδένω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλυσοδένω < μεσαιωνική ελληνική αλυσοδένω < ἅλυσος + -ο- + δένω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αλυσοδένω

  1. δένω με αλυσίδα
  2. σκλαβώνω, υποδουλώνω, στερώ την ελευθερία

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]