αλυσωτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αλυσωτός αλυσωτή αλυσωτό
γενική αλυσωτού αλυσωτής αλυσωτού
αιτιατική αλυσωτό αλυσωτή αλυσωτό
κλητική αλυσωτέ αλυσωτή αλυσωτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλυσωτοί αλυσωτές αλυσωτά
γενική αλυσωτών αλυσωτών αλυσωτών
αιτιατική αλυσωτούς αλυσωτές αλυσωτά
κλητική αλυσωτοί αλυσωτές αλυσωτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλυσωτός < άλυσος + -ωτός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αλυσωτός, -ή, -ό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]