αλφαβητάριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

εξώφυλλο ενός γαλλικού αλφαβηταρίου
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αλφαβητάριο τα αλφαβητάρια
      γενική του αλφαβητάριου
αλφαβηταρίου
των αλφαβητάριων
αλφαβηταρίων
    αιτιατική το αλφαβητάριο τα αλφαβητάρια
     κλητική αλφαβητάριο αλφαβητάρια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλφαβητάριο < μεσαιωνική ελληνική αλφαβητάριν / αλφαβητάριον < ελληνιστική κοινή ἀλφάβητος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλφαβητάριο ουδέτερο

  1. βιβλίο για μικρά παιδιά με το οποίο μαθαίνουν το αλφάβητο και την ανάγνωση
  2. τα βασικά στοιχεία από κάτι που μπορεί να μάθει κάποιος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]