αλφαμίτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αλφαμίτης οι αλφαμίτες
      γενική του αλφαμίτη των αλφαμιτών
    αιτιατική τον αλφαμίτη τους αλφαμίτες
     κλητική αλφαμίτη αλφαμίτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλφαμίτης < άλφα (από το αρχικό Αστυνομία) + μ(ι) (αρχικό για το Μονάδας) + -ίτης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλφαμίτης αρσενικό

  1. (στρατιωτική αργκό) στρατιώτης ή υπαξιωματικός που εκτελεί υπηρεσία ασφαλείας, της λεγόμενης «Αστυνομίας Μονάδας», σε στρατόπεδο ή στρατιωτική εγκατάσταση
    ※  Εμφανιζόμενα πρόσωπα [→] Α' Τάγμα, Αλφαμίτης. Τόποι φωτογραφία[ς] [→] Α' Τάγμα Σκαπανέων Μακρονήσου. Σημειώσεις [→] Υποσημείωση στο πίσω μέρος της φωτογραφίας: «Αλφαμίτης της συνοδείας του Δ/τή και βασανιστής των σκαπανέων»
    από την καταχώριση φωτογραφικού τεκμηρίου στον ιστότοπο των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) Ψηφιακό Μουσείο Μακρονήσου· πρόσβαση: 2019-06-25.
    ※  Δυο οικογένειες διασχίζουν το χρόνο. Ένας διορθωτής, η γυναίκα του, ένας αλφαμίτης. Πώς ένας σκαπανέας γίνεται συγγραφέας και γιατί η κοπέλα του ανήκει σε άλλον
    από την περίληψη του βιβλίου Δυο φορές Έλληνας (2001) του Μένη Κουμανταρέα
  2. (στρατιωτική αργκό) φρουρός της πύλης στρατιωτικής μονάδας, που ελέγχει την είσοδο και την έξοδο προσώπων και οχημάτων
    ※  Ο Αλφαμίτης δεκανέας στην Πύλη ήρθε και στάθηκε μπροστά μου, με τα χέρια στη μέση. —Για πού το βάλαμε φιλάρα; ρώτησε. Έδειξα με το κεφάλι το Στρατόπεδο, πίσω από την πλάτη του. —Μέσα, είπα. Ο Αλφαμίτης έσκασε κακό χαμόγελο. —Μπα, μπα, το πουλάκι μου! έκανε. Μέσα πάει …
    Πάνος Κολιόπουλος, Να ηδονίζεται το έδαφος! (729 και μία) –Στρατιωτική Εποποιία (Ύδρα: Midnight Publishing, 1995 [αυτοέκδοση]), σ. 7· πρόσβαση: 2019-06-25.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]