αλφισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

αγόρι με αλφισμό
αλιγάτορας με αλφισμό
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλφισμός αλφισμοί
γενική αλφισμού αλφισμών
αιτιατική αλφισμό αλφισμούς
κλητική αλφισμέ αλφισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλφισμός < αρχαία ελληνική ἀλφός + επίθημα -ισμός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική albinisme

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλφισμός αρσενικό

  • (ιατρική): κληρονομική πάθηση που συναντάται σε ανθρώπους και άλλους οργανισμούς που οφείλεται βασικά στην έλλειψη μελανίνης, πρόκειται για εγγενές ελάττωμα μεταβολισμού.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]