αλύχτημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλύχτημα αλυχτήματα
γενική αλυχτήματος αλυχτημάτων
αιτιατική αλύχτημα αλυχτήματα
κλητική αλύχτημα αλυχτήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αλύχτημα < αλυχτώ + -μα < αρχαία ελληνική ὑλακτῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αλύχτημα ουδέτερο

  1. η φωνή του σκύλου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γάβγισμα, υλακή
  2. (κατ’ επέκταση) η φωνή άλλων ζώων

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

32πχ Μεταφράσεις[]