αμάθευτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμάθευτος αμάθευτη αμάθευτο
γενική αμάθευτου αμάθευτης αμάθευτου
αιτιατική αμάθευτο αμάθευτη αμάθευτο
κλητική αμάθευτε αμάθευτη αμάθευτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμάθευτοι αμάθευτες αμάθευτα
γενική αμάθευτων αμάθευτων αμάθευτων
αιτιατική αμάθευτους αμάθευτες αμάθευτα
κλητική αμάθευτοι αμάθευτες αμάθευτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμάθευτος < α- + μαθεύομαι + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αμάθευτος

  1. που δεν έχει μαθευτεί, δεν έχει γίνει γνωστός· ή δεν μπορεί να μαθευτεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άγνωστος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: γνωστός
  2. που δεν έχει διδαχθεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αδίδακτος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: διδαγμένος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]