αμάνικος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | αμάνικος | η | αμάνικη | το | αμάνικο |
| γενική | του | αμάνικου | της | αμάνικης | του | αμάνικου |
| αιτιατική | τον | αμάνικο | την | αμάνικη | το | αμάνικο |
| κλητική | αμάνικε | αμάνικη | αμάνικο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | αμάνικοι | οι | αμάνικες | τα | αμάνικα |
| γενική | των | αμάνικων | των | αμάνικων | των | αμάνικων |
| αιτιατική | τους | αμάνικους | τις | αμάνικες | τα | αμάνικα |
| κλητική | αμάνικοι | αμάνικες | αμάνικα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]αμάνικος
- για ρούχο ( πουκάμισο, φόρεμα κλπ) που δεν έχει μανίκια
ο νεαρός έβγαλε το αμάνικο μπλουζάκι του και ξάπλωσε στην άμμο- ※ Ήταν πραγματικά το πρώτο καλοκαιρινό βράδυ της χρονιάς. Είχε λουστεί και τα μαλλιά στέγνωναν, χωρίς να χρειάζεται σεσουάρ, φορούσε αμάνικες πιτζάμες και δεν κρύωνε, αλλά απολάμβανε κάτι ήπιους κυματισμούς αέρα που έρχονταν πότε πότε φέρνοντας ευχάριστες μυρωδιές: μια απλωμένη μπουγάδα, ένα φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, αδιόρατες ευωδιές λουλουδιών. (Το πρώτο βράδυ του καλοκαιριού, Εφημερίδα των Συντακτών, 29/5/2022 )