αμάξι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αμάξι | τα | αμάξια |
| γενική | του | αμαξιού | των | αμαξιών |
| αιτιατική | το | αμάξι | τα | αμάξια |
| κλητική | αμάξι | αμάξια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αμάξι < αρχαία ελληνική ἁμάξιον < ἅμαξα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αμάξι ουδέτερο
- όχημα με τέσσερις τροχούς που το τραβάει ένα ή περισσότερα ζώα, συνήθως άλογα, άμαξα
- το αυτοκίνητο
- ※ Αγοράζει κι αυτός ένα ωραίο αμάξι που έστραφτε, μια φορεσιά βασιλική, ντύνεται όμορφα όμορφα και κατεβαίνει στο βασιλιά. (Μανόλης Γ. Βαρβούνης, Αφήγηση και αφηγητές στα ελληνικά παραμύθια: η περίπτωση, 1998, σελ. 50)
- το αμαξάκι
- αμαξάρα
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] που τραβιέται από ζώα
αυτοκίνητο
|