αμέταλλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμέταλλο αμέταλλα
γενική αμετάλλου
& αμέταλλου
αμετάλλων
& αμέταλλων
αιτιατική αμέταλλο αμέταλλα
κλητική αμέταλλο αμέταλλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμέταλλο < ουδέτερο του αμέταλλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμέταλλο ουδέτερο (συνήθως στον πληθυντικό: αμέταλλα)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]