αμέτοχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμέτοχος αμέτοχη αμέτοχο
γενική αμέτοχου αμέτοχης αμέτοχου
αιτιατική αμέτοχο αμέτοχη αμέτοχο
κλητική αμέτοχε αμέτοχη αμέτοχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμέτοχοι αμέτοχες αμέτοχα
γενική αμέτοχων αμέτοχων αμέτοχων
αιτιατική αμέτοχους αμέτοχες αμέτοχα
κλητική αμέτοχοι αμέτοχες αμέτοχα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμέτοχος < ελληνιστική κοινή ἀμέτοχος < ἀ- στερητικό + μέτοχος < αρχαία ελληνική μετέχω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈmɛ.tɔ.xɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /a.ˈmɛ.tɔ.çi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /a.ˈmɛ.tɔ.xɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αμέτοχος , -η , -ο

  1. που δεν μετέχει σε κάτι
    συνώνυμα: θεατής, ουδέτερος

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: μετέχω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]