αμέτρητος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμέτρητος αμέτρητη αμέτρητο
γενική αμέτρητου αμέτρητης αμέτρητου
αιτιατική αμέτρητο αμέτρητη αμέτρητο
κλητική αμέτρητε αμέτρητη αμέτρητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμέτρητοι αμέτρητες αμέτρητα
γενική αμέτρητων αμέτρητων αμέτρητων
αιτιατική αμέτρητους αμέτρητες αμέτρητα
κλητική αμέτρητοι αμέτρητες αμέτρητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμέτρητος < α- (στερητικό) + -μετρη- (< μετρώ) -τος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈmɛ.tɾi.tɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /a.ˈmɛ.tɾi.ti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /a.ˈmɛ.tɾi.tɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αμέτρητος, -η, -ο

  1. που για διάφορους λόγους δεν μπορεί να καταμετρηθεί, ο μη μετρήσιμος ή μη αριθμήσιμος
    ο ουρανός είχε αμέτρητα αστέρια
  2. (μεταφορικά) (για να δείξουμε εντυπωσιασμό ή υπερβολή) κάποιος που είναι μετρήσιμος αλλά, σχετικά, μεγάλος σε αριθμό
    έχει αμέτρητα πουκάμισα!

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]