αμαλγαμάτωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμαλγαμάτωση αμαλγαματώσεις
γενική αμαλγαμάτωσης
& αμαλγαματώσεως
αμαλγαματώσεων
αιτιατική αμαλγαμάτωση αμαλγαματώσεις
κλητική αμαλγαμάτωση αμαλγαματώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμαλγαμάτωση < αμάλγαμα + -ώση < γαλλική amalgame < μεσαιωνική λατινική amalgama < αραβική عمل الجماع (ʿamal al-jamāʿa: σαρκική σχέση)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμαλγαμάτωση θηλυκό

  1. η παρασκευή αμαλγάματος
  2. η διαδικασία και το αποτέλεσμα της επικάλυψης με αμάλγαμα
  3. (χημεία) η διαδικασία και το αποτέλεσμα της επεξεργασίας ενός μεταλεύματος και της εξαγωγής (πολύτιμων) μετάλλων
  4. (μεταφορικά) η συγχώνευση, η ένωση, η ανάμιξη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]