αμανάτι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμανάτι αμανάτια
γενική αμανατιού αμανατιών
αιτιατική αμανάτι αμανάτια
κλητική αμανάτι αμανάτια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμανάτι < τουρκική emanet < αραβική amānat أمانة

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμανάτι ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) ενέχυρο, υποθήκη
  2. (οικείο) για κάποιον που έμεινε μόνος του
    Εμένα μ'αφήκαν αμανάτι εδωνά κι αυτοί επήγανε εκδρομή στας εξοχάς.
  3. (οικείο) για κάτι μάλλον ανεπιθύμητο που εγκαταλείφθηκε στην εποπτεία άλλων
    Ο συγκάτοικός μου πήρε των ομματιών του και μου έμειναν αμανάτι τα βρωμοκατσαρολικά του.

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Σπάνια χρησιμοποιείται πια η λέξη με την κυριολεκτική της έννοια. Αντ'αυτού λέμε βάζω ενέχυρο και υποθηκεύω. Συνεχίζει εντούτοις να χρησιμοποιείται με τις άλλες σημασίες της, αλλά με έναν πιο παιγνιώδη τρόπο που δηλώνει οικειότητα.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]