αμαξώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμαξώνω< αμάξι + -ώνω< (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αμαξώνω

  1. κατασκευάζω το αμάξωμα σε κάποιο όχημα.

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]