Μετάβαση στο περιεχόμενο

αμαρτάνω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἁμαρτάνω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αμαρτάνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἁμαρτάνω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.maɾˈta.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αμαρτάνω

αμαρτάνω, αόρ.: αμάρτησα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. (προφορικό) άλλη μορφή του αμαραταίνω, διαπράττω αμάρτημα ή παρασπονδία
    παράδειγμα  Αμάρτησα για το παιδί μου. (τίτλος ταινίας του 1950)
  2. (σπανιότερα) λαθεύω, σφάλλω
     δείτε τύπους όπως ήμαρτον και ημαρτημένος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Από τα αρχαία ελληνικά: ήμαρτον (αόριστος ἥμαρτον) και ημαρτημένος (παθητική μετοχή παρακειμένου ἡμαρτημένος)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]