αμαρτάνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αμαρτάνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἁμαρτάνω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.maɾˈta.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐μαρ‐τά‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]αμαρτάνω, αόρ.: αμάρτησα (χωρίς παθητική φωνή)
- (προφορικό) άλλη μορφή του αμαραταίνω, διαπράττω αμάρτημα ή παρασπονδία
Αμάρτησα για το παιδί μου. (τίτλος ταινίας του 1950)
- (σπανιότερα) λαθεύω, σφάλλω
- → δείτε τύπους όπως ήμαρτον και ημαρτημένος
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]Από τα αρχαία ελληνικά: ήμαρτον (αόριστος ἥμαρτον) και ημαρτημένος (παθητική μετοχή παρακειμένου ἡμαρτημένος)
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αμαρτάνω | αμάρτανα | θα αμαρτάνω | να αμαρτάνω | αμαρτάνοντας | |
| β' ενικ. | αμαρτάνεις | αμάρτανες | θα αμαρτάνεις | να αμαρτάνεις | αμάρτανε | |
| γ' ενικ. | αμαρτάνει | αμάρτανε | θα αμαρτάνει | να αμαρτάνει | ||
| α' πληθ. | αμαρτάνουμε | αμαρτάναμε | θα αμαρτάνουμε | να αμαρτάνουμε | ||
| β' πληθ. | αμαρτάνετε | αμαρτάνατε | θα αμαρτάνετε | να αμαρτάνετε | αμαρτάνετε | |
| γ' πληθ. | αμαρτάνουν(ε) | αμάρταναν αμαρτάναν(ε) |
θα αμαρτάνουν(ε) | να αμαρτάνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αμάρτησα | θα αμαρτήσω | να αμαρτήσω | αμαρτήσει | ||
| β' ενικ. | αμάρτησες | θα αμαρτήσεις | να αμαρτήσεις | αμάρτησε | ||
| γ' ενικ. | αμάρτησε | θα αμαρτήσει | να αμαρτήσει | |||
| α' πληθ. | αμαρτήσαμε | θα αμαρτήσουμε | να αμαρτήσουμε | |||
| β' πληθ. | αμαρτήσατε | θα αμαρτήσετε | να αμαρτήσετε | αμαρτήστε | ||
| γ' πληθ. | αμάρτησαν αμαρτήσαν(ε) |
θα αμαρτήσουν(ε) | να αμαρτήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω αμαρτήσει | είχα αμαρτήσει | θα έχω αμαρτήσει | να έχω αμαρτήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις αμαρτήσει | είχες αμαρτήσει | θα έχεις αμαρτήσει | να έχεις αμαρτήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει αμαρτήσει | είχε αμαρτήσει | θα έχει αμαρτήσει | να έχει αμαρτήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε αμαρτήσει | είχαμε αμαρτήσει | θα έχουμε αμαρτήσει | να έχουμε αμαρτήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε αμαρτήσει | είχατε αμαρτήσει | θα έχετε αμαρτήσει | να έχετε αμαρτήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν αμαρτήσει | είχαν αμαρτήσει | θα έχουν αμαρτήσει | να έχουν αμαρτήσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- αμαρτάνω, ήμαρτον - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αμαρτάνω, ήμαρτον, ημαρτημένος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- αμαρτάνω - Δημήτριος Γεωργακάς. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς παθητική φωνή (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς μετοχή παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)